Προσαρμοσμένη αναζήτηση

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Πάει ο παλιός ο Χρόνος..


Πάει ο παλιός ο Χρόνος..
 
Χάραξε 31 Δεκεμβρίου.
Το ρολόι χτύπησε.
Σχεδόν μηχανικά, σήκωσε το χέρι του και έκλεισε το ξυπνητήρι.
Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε το δωμάτιο.
Ήξερε ότι ήταν η τελευταία φορά που ξυπνούσε μέσα σε αυτό το συγκεκριμένο δωμάτιο, πάνω σ’ αυτό το συγκεκριμένο κρεβάτι.
Δεν του πήγαινε η καρδιά να σηκωθεί. Όμως έπρεπε.
Είχε να κάνει κάποιες τελευταίες ετοιμασίες.
Σηκώθηκε βαριεστημένα.Στον δρόμο προς την τουαλέτα σκεφτόταν την ημέρα που είχε ξημερώσει.
365 ημέρες προετοιμαζόταν γι’ αυτή την ημέρα.
'Σαν έτοιμος από καιρό’, που έλεγε και ο ποιητής, έπρεπε να νοιώθει, αλλά αυτός δεν ένοιωθε έτσι.
"Αντίδραση στο αναπόφευκτο" σκέφτηκε και άνοιξε την βρύση να πλυθεί. Έριξε τα μάτια του στον καθρέπτη.
Έντρομος συνειδητοποίησε πόσο μεγάλος έδειχνε, άσχετα αν ήταν μόλις ενός έτους παρά μία ημέρα, στην γήινη μονάδα μέτρησης του χρόνου.

‘Παράξενο πράγμα που είναι ο χρόνος’ σκέφτηκε φεύγοντας από την τουαλέτα. ‘Αν και τον αντιπροσωπεύω επάξια εδώ στην γη, κάτι πρέπει να κάνω για να του αλλάξω την διάρκεια’ σκέφτηκε εντονότερα και με μία αποφασιστικότητα στο βλέμμα.
‘Δεν μπορεί, το ίδιο χρονικό διάστημα, για έναν ηλικιωμένο να είναι το 1/70 του χρόνου του, για έναν μεσόκοπο το 1/50, για έναν νέο το 1/30, για ένα παιδί το 1/10 και για μένα όλη μου η ζωή.
Δεν είναι δυνατόν’ αναφώνησε απορημένος, φέρνοντας συνάμα την κούπα με το ζεστό τσάι που είχε φτιάξει, στα χείλη του.
‘Θα πρέπει να μιλήσω με τον Άχρονο Οριστή του Χρόνου.
Θα πρέπει να επιληφθεί του θέματος.
Δεν μπορεί να επιτρέπει να υπάρχει τόση αδικία’ ομολόγησε στον εαυτό του, αφήνοντας την κούπα πάνω στο τραπέζι και εγείροντας το κορμί του από την πολυθρόνα που καθόταν.
Φόρεσε το παλτό του, κρύο έκανε έξω δεν ήθελε να συναχωθεί, και κίνησε για τον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας που ζούσε.
Εκεί επάνω, στο ρετιρέ του οικοδομήματος του Χρόνου, ζούσε από πάντα ο Άχρονος Οριστής του Χρόνου.
Τον είχε δει ήδη μία φορά, τότε που χρειάστηκε να παραλάβει από τα χέρια του τα κλειδιά του διαμερίσματος που έμενε.
Πριν από ένα χρόνο και μία μέρα, ακριβώς.
Του είχε κάνει εντύπωση, σ’ εκείνη την πρώτη τους συνάντηση, η καλοσύνη και η πραότητα που είχε στο πρόσωπό του ο Άχρονος Οριστής. Φοβερό επίτευγμα, αν αναλογιστείς ότι αυτός ο άνθρωπος διαχειριζόταν τον χρόνο δισεκατομμυρίων άλλων ανθρώπων.

Χτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματος.
Η πόρτα άνοιξε αυτόματα και εισήλθε μέσα στο λιτά διακοσμημένο δωμάτιο, με τα πολλά ρολόγια στους τοίχους, τόσα όσα οι γήινες και οι συμπαντικές μονάδες μέτρησης του χρόνου.

Ο Άχρονος Οριστής του Χρόνου καθόταν στο μέσο του δωματίου, πίσω από ένα γραφείο γεμάτο και αυτό με μικρά ρολόγια, πάνω σε μία αναπαυτική πολυθρόνα. Ένα πλατύ χαμόγελο διαγράφηκε στο πρόσωπό του όταν αντίκρισε τον επισκέπτη του.

- Καλώς τον. Σε τι οφείλω την τιμή της επισκέψεώς σου;
- Ξέρεις, Άχρονε Οριστή του Χρόνου, έχω ένα πρόβλημα.
- Τι πρόβλημα;
- Πιστεύω ότι η διάρκεια ορισμού του χρόνου είναι δυσανάλογη για κάθε άνθρωπο. Και αυτό το βρίσκω άδικο.
- Μα, καλέ μου, είναι λογικό να είναι δυσανάλογη.
- Γιατί;
- Γιατί ο χρόνος του κάθε ανθρώπου είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την μνήμη του. Και είναι λογικό, κάθε ηλικία να έχει την δική της μνήμη και την δική της εμπειρία. Αν όλα ήταν ίσα, αν όλα ήταν όμοια, τότε δεν θα υπήρχε καμία ομορφιά στη ζωή.
 Δεν ξέρεις ότι η διαφορετικότητα δίνει νόημα και ομορφαίνει τον κόσμο;

- Δεν έχεις άδικο αλλά εγώ, που ήρθα πριν από ένα χρόνο στη γήινη ζωή και τώρα ετοιμάζομαι να φύγω από αυτή, γιατί να ζήσω τόσο λίγο; Εγώ δεν έχω φτιάξει την μνήμη μου όσο την έχει φτιάξει κάποιος που έχει ζήσει 70 χρόνια, έτσι δεν είναι; αυτό δεν είναι άδικο;


- Εσύ, μπορεί να μην έχει μνήμη εβδομηντάρη, αλλά έχεις την μνήμη όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως ηλικίας, που έχουν ζήσει μέσα σε αυτή την χρονιά.
Εσύ αντιπροσωπεύεις τις στιγμές όλων μαζί και καθενός χωριστά. Και πίστεψέ με, αυτό είναι το πιο σπουδαίο πράγμα που μπορεί να κάνει κάποιος γι’ αυτούς τους ανθρώπους.
- Αφού είναι έτσι, γιατί πρέπει εγώ να φύγω και να έρθει κάποιος άλλος στη θέση μου;
- Γιατί θέλω ο καθένας από εσάς, τους Ετήσιους Χρόνους, να κουβαλάει το βάρος μόνο της δικής του χρονιάς. Με τα καλά και τα άσχημα, με τα ίσια και τα ανάποδα.
Γιατί έτσι προστατεύω και εσάς και τους ανθρώπους. Δημιουργώ ένα πλέγμα αναμνήσεων με οριζόντιους άξονες εσάς και κάθετους άξονες τους ανθρώπους. Έτσι δεν είναι;

- Δίκιο έχεις Άχρονε Οριστή του Χρόνου πρέπει να το παραδεχτώ, όσο κι’ αν με πονάει.
- Ήξερα ότι θα καταλάβαινες.
- Σ’ ευχαριστώ. Τώρα πρέπει να φύγω. Έχω να ετοιμαστώ. Σε κάποιες ώρες πρέπει να αποχωρήσω.

- Εγώ σ’ ευχαριστώ που ανταποκρίθηκες στις προσδοκίες όλων μας. Και τις δικές μου και των ανθρώπων. Θα σε θυμούνται νοσταλγικά. Πίστεψέ με.
- Το εύχομαι.
- Στο καλό να πας.
- Σ’ ευχαριστώ. Θα τα ξαναπούμε άραγε;
- Βεβαίως. Να είσαι σίγουρος. Όσο ζεις στις μνήμες των ανθρώπων, τόσο θα ζεις και μέσα στις καρδιές τους.


Με πιο ανάλαφρη καρδιά, ο Ετήσιος Χρόνος επέστρεψε στο διαμέρισμά του.
 Η συνομιλία που είχε με τον Άχρονο Οριστή του Χρόνου τον είχε κάνει να νοιώσει καλύτερα και να συνειδητοποιήσει την σπουδαιότητά του στην πορεία του Χρόνου. Κοίταξε το ρολόι που κρεμόταν στον τοίχο του καθιστικού.

 Του απέμεναν λίγες ώρες μέχρι να την τελική αποχώρησή του. Έριξε μια ματιά στις βαλίτσες του, πιστοποίησε ότι είχε βάλει μέσα όλα εκείνα τα γεγονότα που είχαν συμβεί κατά την διάρκεια της ζωής του και τις έκλεισε ερμητικά. Ντύθηκε με τα καλά του ρούχα και αφού έφτιαξε μία ακόμη κούπα ζεστό τσάι, έκατσε ανάλαφρα στην πολυθρόνα του να δει τηλεόραση.
Όλα τα δελτία ειδήσεων ανήγγειλαν την αποχώρησή του με χαρά.

Αν και του φαινόταν παράξενη αυτή η χαρά, εντούτοις δεν έβαλε στεναχώρια στην καρδιά του.
Υπομονετικά, περίμενε να περάσει η ώρα για να σηκωθεί και να φύγει. Όχι, δεν θα πήγαινε μακριά. Στον από πάνω όροφο θα πήγαινε. Εκεί. Μαζί με τους υπόλοιπους Ετήσιους Χρόνους.
Στο διαμέρισμα των Αναμνήσεων και των Περασμένων Μεγαλείων.
 Η ώρα έφτανε. Να! Το κουδούνι χτύπαγε. Έπρεπε να φύγει. Από την πόρτα Εξόδου.
 Να μην συναντήσει τον Νέο Ετήσιο Χρόνο. Έθιμο βλέπεις.

Σηκώθηκε, έριξε το παλτό του στους ώμους του, πήρε τις βαλίτσες του και κίνησε για την πόρτα. Έριξε μία τελευταία ματιά στον χώρο και άνοιξε την πόρτα…


πηγη:http://nekthl.blogspot.com




Εγω θα κανω δυο ευχες για τον καινουργιο χρονο
παμπλουτοι να'στε στις χαρες
και παφτωχοι στον πονο ! ! !
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ευχομαι σε ολους! υγεια πανω απο ολα και ολα τα αλλα ερχονται :)
να περασετε πολυ πολυ ομορφα !!! 





Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Άλλοτε και τώρα


Άλλοτε και τώρα

 Σαν ήμουνα παιδί ονειρευόμουνα, ξύπνια και κοιμισμένη, τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, ολόκληρη η χρονιά, νόμιζε κανένας είχε συμπτυχθεί το ενδιαφέρον σε εκείνο το μαγευτικό δεκαπενθήμερο των Χριστουγέννων και του Αγίου Βασιλείου.

Ο κόσμος δε ζούσε στη σημερινή καταναλωτική κοινωνία. Ήταν ένας κόσμος που έβγαινε από πόλεμο, ζούσε ένα διχασμό, ήταν φτωχός, φοβισμένος, πεινασμένος.

     Δεν ξέραμε τότε από γιορτές γενεθλίων, η ζαχαρένια τούρτα και τα κεράκια στη μέση ήταν άγνωστα σε μας. Τόπι και βέβαια παίζαμε στα δρομάκια που ήταν ήσυχα, νοικοκυρεμένα, με τις αυλές και τα δεντράκια, δεν περνούσαν παρά που και που αυτοκίνητα. Δεν κινδυνεύαμε λοιπόν. Παίζαμε βέβαια τόπι, αλλά το φτιάχναμε εμείς από παλιοκούρελα.
 Το σφιχτοδέναμε με χοντρό σπάγγο και φάνταζε στα μάτια μας τόσο, που καμμιά μπάλλα δερμάτινη δεν φαντάζει στα μάτια των χορτασμένων μπουχτισμένων παιδιών του σήμερα.
   
 Και βέβαια είχαμε κούκλες. Κούκλες, πάλι, από παλιόπανα. Κούκλες που κάποια γιαγιά μας είχε φτιάξει. Γιατί, θεέ μου, είχαμε τότε και γιαγιάδες! Γιαγιάδες που μας κανάκευαν, μας πρόσεχαν, μας έφτιαχναν φανταχτερά παιχνίδια και μας έλεγαν παραμύθια.
     Και βέβαια εύκολο ήτανε με δυο καλάμια να κάνουμε τσιλίκι, με μια κιμωλία τριμμένη να φτιάξουμε τετράγωνα στον ίσιο δρόμο και να παίξουμε κουτσό, ένα σχοινί μπουγάδας βρισκότανε για να το στριφογυρίζουμε και να το πηδάμε.
   
 Αυτά ήταν τα καθημερινά μας παιχνίδια. Γιατί ο αγαπημένος μας Άγιος των παιδιών, ο Άγιος ο μοναδικός Άγιος Βασίλης θα έφερνε το "έξτρα" να πούμε το ονειρεμένο, το φανταστικό, το δώρο το δικό του. Όταν βλέπαμε ένα κουρντιστό τραινάκι -πού τότε τα ηλεκτρονικά!- μια πολύχρωμη σβούρα, μια πραγματική κούκλα στο μεγάλο μαγαζί και θερμοπαρακαλούσαμε να μας τα αγοράσουν, έλεγαν οι μεγάλοι "Υπομονή, θα 'ρθούνε οι γιορτές".
 Αναστενάζαμε, μετρούσαμε τους μήνες, πόσοι μας μένουν μέχρι τότε.
   
 Λοιπόν σαν ήμουν παιδί ονειρευόμουνα ξύπνια και κοιμισμένη τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά.
Η ατμόσφαιρα στο σπίτι είχε τώρα αλλάξει. Ασπρίσματα, καθαρίσματα, γλυκά φτιαγμένα από τη μητέρα, κουραμπιέδες με το αμύγδαλο που σπάζαμε εμείς τα παιδιά, μελομακάρονα που μπροστά στα μάτια μας πέφταν στο πετιμέζι, μυρουδιές...
 Μυρουδιές και αναμονή. Νηστεύαμε, δεν τρώγαμε από τα γλυκά που ετοιμάζονταν. Αναμονή και παραμύθι.
 Γιατί η γιαγιά σαν παραμύθι μας μίλαγε για τα Χριστούγεννα.
   
 Κι ήταν μια σκάλα. Κι επάνω στη σκάλα ανεβοκατέβαιναν Άγγελοι. Μεγάλοι Άγγελοι μ' ασημένια φτερά, μικροί Άγγελοι, με μαλλιά σγουρά μεταξένια. Κοιτάζαμε το μικρό αδελφάκι μας, έτσι είχε τα μαλλιά του σγουρά και μεταξένια. Λες να ήταν ένας τοσοδούλης άγγελος. Και τρα-γουδούσανε και ψέλνανε οι Άγγελοι, συνέχιζε η γιαγιά καθώς πασπάλιζε με άχνη ζάχαρη τους κουραμπιέδες.
    Τι ψέλνανε γιαγιά; ρωτούσαμε.
     Το "επί γης ειρήνη", μας εξηγούσε η γιαγιά.
     Δηλαδή ;
    Να, πως έφερε ο μικρός Χριστούλης την ειρήνη στον κόσμο, εξηγούσε η γιαγιά.
                                             
 Αυτή τη σκάλα των Αγγέλων ονειρευόμουνα, κι άκουγα ολοκάθαρα στ' αυτιά μου το τραγούδι της ειρήνης που έλεγαν οι Άγγελοι.
     Και το άλλο μας έλεγε η γιαγιά :
    - Ο Άγιος Βασίλης δουλεύει όλη τη χρονιά με τους μαστόρους του. Νύχτα-μέρα δουλεύει. Φτιάχνει παιχνίδια για να τα δώσει στα παιδιά. Κι όταν κοντεύουν οι μέρες, τα φορτώνει στο έλκηθρο του, βάζει βαθιά-βαθιά το κόκκινο σκουφί του, φοράει τα μεγάλα και ζεστά του γάντια, τις μαύρες γούνινες μπότες του και ξεκινάει. Τάραντοι δώδεκα και δώδεκα κι άλλοι δώδεκα σέρνουν το βαρυφορτωμένο έλκηθρο του.
     - Φτιάχνει και τη δική μου κούκλα ; Αυτή που θέλω, που περπατάει και μιλάει ; ρώτησα, θυμάμαι, μαγεμένη.
     - Δεν ξέρω αν θα μιλάει ή θα περπατάει, μα σίγουρα σου ετοιμάζει την κούκλα σου, είπε με απόφαση στο τέλος.
   
  Θυμάμαι και νοσταλγώ. Σήμερα δεν υπάρχουν πια γιαγιάδες αυτού του είδους. Οι γιαγιάδες δεν μένουν μαζί μας, είναι μοντέρνες γιαγιάδες, που δεν ξέρουν να μιλούν για τα Χριστούγεννα, για τον Άη Βασίλη.
Σε πολλά σπίτια δεν κάνουνε πια γλυκά. - Τι να τα κάνεις; Φασαρία είναι. Παίρνεις ένα-δυό κιλά απ' το ζαχαροπλαστείο, ξεμπερδεύεις, στους δρόμους κυκλοφορούν πάρα πολλά αυτοκίνητα, τα παιδιά δεν παίζουν. Βουβά, βλέπουν τηλεόραση.

  Τα φύλλα των εφημερίδων μιλούν για Χριστούγεννα, άδεια από Χριστό. Η τηλεόραση έχει χορευτικά σώου και ανόητα νούμερα. Τις γιορτινές μέρες δεν τις λένε καν χριστουγεννιάτικες. Η οικογένεια χωρίζει, δε σμίγει. Οι γονείς πάνε εκδρομή. Τα μεγάλα παιδιά πάνε σε "χριστουγεννιάτικα ρεβεγιόν".
Το λινό τραπεζομάντηλο που έστρωνε η μάνα μου αυτή τη μέρα μένει σαν αντίκα στο συρτάρι. Και η "ειρήνη", μια λέξη-καραμέλα, βρίσκεται ξεκομμένη από τον χορηγό της.
   Σέρνεται στους δρόμους, γράφεται σε πλακάτ, γίνεται σύνθημα, γίνεται το "απολεσθέν" αντικείμενο, γίνεται η παραστρατημένη κόρη, η χωρίς γονιούς, το έκθετο. Και ο "ευρών αμοιφθήσεται!"
   
  Και ο Άη Βασίλης ;
     Εκείνος εξακολουθεί όλη τη χρονιά να φτιάχνει δώρα. Δώρα όμως περίεργα. Δηλαδή, αν κρίνεις από αυτά που γέμισαν την αγορά και τις βιτρίνες, ο Άγιος της αγάπης και της προσφοράς έγινε, ούτε λίγο ούτε πολύ, πολεμοκάπηλος.
 Κατασκευάζει τάνκς, στρατιωτάκια, πυραύλους, πιστόλια. Τα πολεμικά παιχνίδια τα χρεώνουμε στον Άη Βασίλη κι αυτός θαρθεί το τελευταίο βράδυ του χρόνου, θα φιλήσει το κάθε παιδί και θα του ψιθυρίσει:
     - Καλή χρονιά, παιδί μου! Η ατομική βόμβα που βλέπεις είναι δική σου.
   
   Λοιπόν, σαν ήμουνα παιδί, ονειρευόμουνα, ξύπνια και κοιμισμένη, τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Τώρα θέλω να κλείνω τα μάτια μου και να ονειρεύομαι πως έπαιζα με κείνη την πάνινη μπάλα μου, πως γύριζα για να δω το σωρό με τους άσπρους κουραμπιέδες, να μυρίσω τις ευωδιές που πλημμυρίζουν όλα τα μέρη του σπιτιού, ν' ακούσω τη γιαγιά:
     - Κι ήταν μια σκάλα. Μια χρυσή, ολόχρυση σκάλα. Κι επάνω της ανεβοκατέβαιναν Άγγελοι μ' ασημένια φτερά.
   
  Χριστούγεννα με Χριστό ποθώ τώρα να βρω μέσα στα όνειρα μου. Και τον Άη Βασίλη να ετοιμάζει για μένα μια κούκλα.
Να μη μιλά, να μην περπατά, δεν πειράζει. Μια κούκλα που θα χαμογελάει. Μια κούκλα χωρίς το κομμωτήριο της ή τον... φίλο της.
                                                                                                 
                                                                                                               Της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη


πηγη:http://1myblog.pblogs.gr

Ευχομαι το μηνυμα των χριστουγεννων να αναγεννησει τις ελπιδες μας!! Να περασετε ολοι ομορφα με την οικογενεια σας! Χρονια πολλα! Καλα Χριστουγεννα! Με υγεια και αγαπη!! :))





Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...